Οι όροι με απλά λόγια

Γλωσσάρι ασφαλιστικών όρων

Εξηγήσαμε με απλή γλώσσα τους όρους που εμφανίζονται συχνότερα στα ασφαλιστήρια και στις διαδικασίες αποζημίωσης. Τον όρο που αναζητάτε θα τον βρείτε στο αλφαβητικό ευρετήριο.

Α

Ακύρωση
Ο τερματισμός του ασφαλιστηρίου πριν από τη λήξη του. Σε ακύρωση, το ασφάλιστρο για το διάστημα που δεν χρησιμοποιήθηκε μπορεί να επιστραφεί σύμφωνα με τους όρους.
Αναγγελία ζημιάς
Η γνωστοποίηση της ζημιάς στην ασφαλιστική εταιρεία. Για γρήγορη διευθέτηση, είναι σημαντικό να γίνεται εντός της προθεσμίας που ορίζουν οι όροι και με τα απαραίτητα έγγραφα.
Αναγωγή (υποκατάσταση)
Το δικαίωμα της ασφαλιστικής εταιρείας που κατέβαλε την αποζημίωση να ζητήσει το ποσό από τον υπαίτιο της ζημιάς ή από τον ασφαλιστή του.
Ανανέωση
Η επανέκδοση ενός ασφαλιστηρίου που λήγει για νέα περίοδο. Κατά την ανανέωση το ασφάλιστρο επανυπολογίζεται με βάση το ιστορικό ζημιών και τις τρέχουσες αξίες.
Αντασφάλιση
Η μεταβίβαση μέρους των κινδύνων που έχει αναλάβει μια ασφαλιστική εταιρεία σε άλλη ασφαλιστική εταιρεία (αντασφαλιστή). Ενισχύει τη φερεγγυότητα σε μεγάλες ζημιές.
Απαλλαγή
Το ποσό ή το ποσοστό που αφαιρείται από την αποζημίωση και επιβαρύνει τον ίδιο τον ασφαλισμένο. Όσο μεγαλύτερη η απαλλαγή, τόσο χαμηλότερο συνήθως το ασφάλιστρο.
Αποζημίωση
Το ποσό που καταβάλλει η ασφαλιστική εταιρεία σε μια καλυπτόμενη ζημιά, σύμφωνα με τους όρους του ασφαλιστηρίου.
Ασφάλεια επαγγελματικής ευθύνης
Ασφάλιση που καλύπτει τις ζημιές που προκαλούν σε τρίτους γιατροί, μηχανικοί, δικηγόροι και άλλοι επαγγελματίες από λάθος ή αμέλεια στη δουλειά τους.
Ασφάλεια ευθύνης εργοδότη
Ασφάλιση που καλύπτει απαιτήσεις αποζημίωσης που μπορεί να στραφούν κατά του εργοδότη για ζημιές που υφίστανται οι εργαζόμενοι από εργατικό ατύχημα.
Ασφάλεια κατοικίας
Ασφάλιση που προστατεύει με ένα ασφαλιστήριο το σπίτι και το περιεχόμενό σας από κινδύνους όπως πυρκαγιά, κλοπή και διαρροή νερού.
Ασφάλεια προσωπικών ατυχημάτων
Ασφάλιση που καταβάλλει τα ποσά του ασφαλιστηρίου σε περίπτωση θανάτου, μόνιμης αναπηρίας ή εξόδων θεραπείας του ασφαλισμένου από ατύχημα.
Ασφάλεια πυρός
Ασφάλιση του κτιρίου και του περιεχομένου του από κινδύνους όπως πυρκαγιά, κεραυνός και έκρηξη. Με πρόσθετες καλύψεις μπορούν να προστεθούν και κίνδυνοι όπως πλημμύρα και σεισμός.
Ασφαλιζόμενο ποσό
Η αξία του ασφαλισμένου αντικειμένου ή της κάλυψης όπως αναγράφεται στο ασφαλιστήριο. Ορίζει το μέγιστο ποσό που θα καταβάλει η ασφαλιστική εταιρεία σε μια ζημιά.
Ασφαλισμένος
Το πρόσωπο ή ο οργανισμός του οποίου η ζωή, η υγεία, η περιουσία ή η ευθύνη καλύπτεται από την ασφάλιση.
Ασφαλιστήριο
Το έγγραφο που αποδεικνύει τη σύμβαση μεταξύ ασφαλιστικής εταιρείας και λήπτη της ασφάλισης. Ορίζει ποιοι κίνδυνοι καλύπτονται, για πόσο διάστημα και μέχρι ποιο ποσό, το ασφάλιστρο και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών.
Ασφαλιστής
Η ασφαλιστική εταιρεία που αναλαμβάνει τον κίνδυνο έναντι ασφαλίστρου και δεσμεύεται να καταβάλει αποζημίωση σε μια καλυπτόμενη ζημιά.
Ασφαλιστικός πράκτορας
Εξουσιοδοτημένος διαμεσολαβητής που εκδίδει ασφαλιστήρια για λογαριασμό της ασφαλιστικής εταιρείας και παρέχει προσφορές και συμβουλές στους πελάτες.
Ασφάλιστρο
Το ποσό που καταβάλλεται στην ασφαλιστική εταιρεία για την ασφαλιστική κάλυψη. Πληρώνεται εφάπαξ ή σε δόσεις και εξαρτάται από το μέγεθος του κινδύνου, τις καλύψεις και το ασφαλιζόμενο ποσό.

Δ

Διάρκεια ασφάλισης
Η περίοδος μεταξύ της ημερομηνίας έναρξης και λήξης του ασφαλιστηρίου. Η κάλυψη αφορά μόνο γεγονότα που συμβαίνουν σε αυτή την περίοδο· τα περισσότερα ασφαλιστήρια είναι ετήσια.
Δικαιούχος
Το πρόσωπο ή ο οργανισμός στον οποίο καταβάλλεται η αποζημίωση σε περίπτωση ζημιάς ή ατυχήματος. Για παράδειγμα, σε κατοικία που αγοράστηκε με δάνειο, δικαιούχος είναι συχνά η δανείστρια τράπεζα.

Ε

Έκπτωση χωρίς ζημιές
Έκπτωση ασφαλίστρου κατά την ανανέωση για τον ασφαλισμένο που δεν δήλωσε ζημιά στη διάρκεια του ασφαλιστηρίου. Είναι συνηθισμένη στην ασφάλεια οχημάτων.
Εξαίρεση
Οι περιπτώσεις που το ασφαλιστήριο αποκλείει ρητά από την κάλυψη. Σε ένα γεγονός που εμπίπτει σε εξαίρεση δεν καταβάλλεται αποζημίωση· γι' αυτό οι όροι πρέπει οπωσδήποτε να διαβάζονται.

Ζ

Ζημιά
Η απώλεια που υφίσταται ο ασφαλισμένος από ένα καλυπτόμενο γεγονός, καθώς και η απαίτηση αποζημίωσης που υποβάλλεται γι' αυτήν στην ασφαλιστική εταιρεία.

Κ

Κάλυψη
Καθένας από τους κινδύνους που καλύπτει το ασφαλιστήριο. Πέρα από τη βασική κάλυψη, το εύρος του ασφαλιστηρίου μπορεί να διευρυνθεί με πρόσθετες καλύψεις.
Κίνδυνος
Γεγονός που μπορεί να προκαλέσει ζημιά στον ασφαλισμένο και για το οποίο δεν είναι γνωστό αν και πότε θα συμβεί. Η πυρκαγιά, το ατύχημα, η κλοπή ή η πλημμύρα είναι κίνδυνοι.

Λ

Λήπτης της ασφάλισης
Το πρόσωπο ή ο οργανισμός που συνάπτει τη σύμβαση με την ασφαλιστική εταιρεία και υποχρεούται να πληρώνει το ασφάλιστρο. Συχνά είναι το ίδιο πρόσωπο με τον ασφαλισμένο, αλλά όχι πάντα.

Μ

Μερική ζημιά
Ζημιά στο ασφαλισμένο όχημα ή αντικείμενο που μπορεί να επισκευαστεί. Η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το κόστος επισκευής.

Ο

Ολική καταστροφή
Ζημιά στο ασφαλισμένο όχημα ή αντικείμενο τόσο σοβαρή ώστε δεν μπορεί να επισκευαστεί ή το κόστος επισκευής πλησιάζει την αξία του. Σε αυτή την περίπτωση η αποζημίωση καταβάλλεται συνήθως με βάση την αγοραία αξία.

Π

Πλήρης ασφάλεια οχήματος
Προαιρετική ασφάλεια οχήματος που καλύπτει, σύμφωνα με τους όρους, τις ζημιές στο ίδιο το όχημα (όπως από σύγκρουση, ανατροπή, πυρκαγιά ή κλοπή).
Πραγματογνώμονας
Ανεξάρτητος ειδικός που εξετάζει επιτόπου και προσδιορίζει την αιτία και το ύψος της ζημιάς. Η έκθεσή του αποτελεί τη βάση για τον υπολογισμό της αποζημίωσης.
Πρόσθετη πράξη
Συμπληρωματικό έγγραφο που καταγράφει αλλαγές κατά τη διάρκεια του ασφαλιστηρίου (όπως αλλαγή διεύθυνσης, οχήματος, κάλυψης ή ποσού) και αποτελεί μέρος του ασφαλιστηρίου.
Προσφορά
Το ασφάλιστρο και οι όροι που προτείνει η ασφαλιστική εταιρεία για συγκεκριμένες καλύψεις και ποσά. Όταν η προσφορά γίνει αποδεκτή και πληρωθεί το ασφάλιστρο, εκδίδεται το ασφαλιστήριο.

Τ

Τρίτος
Πρόσωπο ή οργανισμός που δεν είναι μέρος της ασφαλιστικής σύμβασης και ζημιώνεται από γεγονός που προκάλεσε ο ασφαλισμένος.

Υ

Υπασφάλιση
Όταν το ασφαλιζόμενο ποσό είναι χαμηλότερο από την πραγματική αξία του αντικειμένου. Σε ζημιά, η αποζημίωση μπορεί να μειωθεί αναλογικά με την υπασφάλιση.
Υπερασφάλιση
Όταν το ασφαλιζόμενο ποσό είναι υψηλότερο από την πραγματική αξία του αντικειμένου. Επειδή η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί την πραγματική αξία, το επιπλέον ασφάλιστρο δεν προσφέρει πρόσθετη κάλυψη.
Υποχρέωση δήλωσης
Η υποχρέωση του λήπτη της ασφάλισης να δηλώσει με ακρίβεια και πληρότητα, κατά τη σύναψη, κάθε στοιχείο που επηρεάζει τον κίνδυνο. Λανθασμένη ή ελλιπής δήλωση μπορεί να οδηγήσει σε μείωση ή απόρριψη της αποζημίωσης.
Υποχρεωτική ασφάλεια οχήματος
Η ασφάλιση που οι ιδιοκτήτες μηχανοκίνητων οχημάτων υποχρεούνται από τον νόμο να έχουν. Καλύπτει σωματικές βλάβες και υλικές ζημιές που προκαλεί το όχημα σε τρίτους, αλλά όχι τις ζημιές του ίδιου του οχήματος.

Οι ορισμοί αυτού του γλωσσαρίου είναι γενικοί και ενημερωτικοί. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις σας καθορίζονται από τους γενικούς και ειδικούς όρους του ασφαλιστηρίου σας.

Σας προβληματίζει κάποιος όρος;

Ρωτήστε τους ειδικούς μας για το ασφαλιστήριο ή τις καλύψεις σας και λάβετε μια προσωπική προσφορά.

Ζητήστε προσφορά

Οι προτιμήσεις σας για τα cookies

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία σας στον ιστότοπό μας. Για αναλυτικές πληροφορίες, δείτε την Πολιτική cookies μας.